Επικονδυλίτιδα αγκώνα

Η επικονδυλίτιδα αγκώνα είναι μια φλεγμονή των τενόντων, οι οποίοι ενώνουν τους μυς του πήχη με την εξωτερική πλευρά του αγκώνα. Για να μπορέσουμε να εξηγήσουμε πώς εμφανίζεται, πρέπει πρώτα να δούμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο αγκώνας, οι τένοντες και οι μύες της περιοχής.

Ο αγκώνας είναι η άρθρωση του χεριού που συνδέει τα οστά μεταξύ τους, ώστε να επιτρέπονται οι κινήσεις του. Οι τένοντες αποτελούνται από ίνες που έχουν κύριο συστατικό τους το κολλαγόνο. Το κολλαγόνο, τους δίνει αντοχή και δύναμη στις διάφορες κινήσεις και διατάσεις. Όταν λοιπόν το χέρι κινείται, οι μύες συσπώνται και η δύναμη μεταφέρεται σε έναν κοινό τένοντα στο σημείο πρόσφυσής του στον επικόνδυλο. Όταν οι κινήσεις αυτές είναι επαναλαμβανόμενες ή έντονες, μπορεί να οδηγήσουν σε επικονδυλίτιδα αγκώνα. Η συγκεκριμένη πάθηση παρουσιάζεται πολύ συχνά σε αθλητές και σε άτομα που κάνουν χειρωνακτική εργασία.

Ο πόνος παρουσιάζεται στην εξωτερική ή την εσωτερική πλευρά του αγκώνα. Η επικονδυλίτιδα αγκώνα χωρίζεται σε έξω έσω επικονδυλίτιδα. Η έξω επικονδυλίτιδα αγκώνα (tennis elbow) παρατηρείται πιο συχνά στους τενίστες και έχει σχέση με την τενοντίτιδα των μυών οι οποίοι εκτείνουν τον καρπό και το χέρι και καταφύονται στον έξω επικόνδυλο του αγκώνα. Η έσω επικονδυλίτιδα αγκώνα σχετίζεται με την τενοντίτιδα των μυών, οι οποίοι κάμπτουν τον καρπό και το χέρι και καταφύονται στον έσω επικόνδυλο του αγκώνα.

Σε οφείλεται η επικονδυλίτιδα αγκώνα;

Η επικονδυλίτιδα αγκώνα οφείλεται συνήθως σε:

  • επαναλαμβανόμενους μικροτραυματισμοούς στην περιοχή
  • ανεπαρκή προθέρμανση ή λάθος τεχνική σε αθλήματα
  • τραυματισμούς λόγω πτώσης ή έντονου χτυπήματος
  • υπερβολική ένταση στους τένοντες, λόγω απότομης κίνησης
  • κακή αποκατάσταση προηγούμενου θλαστικού τραύματος στην ευρύτερη περιοχή
  • συνέχιση αθλήματος, μετά από τη διακοπή του για μεγάλο χρονικό διάστημα

Με ποια συμπτώματα εκδηλώνεται η επικονδυλίτιδα αγκώνα;

Τα συμπτώματα της επικονδυλίτιδας αγκώνα εμφανίζονται και αναπτύσσονται σταδιακά. Αρχικό σημάδι είναι ένας ήπιος πόνος στο εξωτερικό μέρος του αγκώνα, ο οποίος γίνεται εντονότερος σε διάστημα μερικών εβδομάδων.

Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα της επικονδυλίτιτδας του αγκώνα είναι:

  • Ο πόνος και το αίσθημα καύσου στην εξωτερική μεριά του αγκώνα
  • Η ασθενής δύναμη της λαβής
  • Η ευαισθησία στον έξω κόνδυλο του βραχίονα ή στην εσωτερική μεριά του αγκώνα
  • Η δυσκολία άρσης αντικειμένων, έκτασης του καρπού και των δαχτύλων, σχηματισμού γροθιάς
  • Η πρωινή δυσκαμψία στον αγκώνα και τον καρπό.

Με ποιον τρόπο διαγιγνώσκεται η επικονδυλίτιδα αγκώνα;

Η επικονδυλίτιδα αγκώνα στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, μπορεί να διαγνωστεί μέσα από κλινική εξέταση του ασθενούς, χωρίς τη διενέργεια απεικονιστικών εξετάσεων. Αρχικά ο γιατρός λαμβάνει ένα πλήρες ιστορικό του ασθενούς, το οποίο περιλαμβάνει τα συμπτώματα, το χρόνο έναρξής τους και τη διάρκειά τους. Μετά τη λήψη του ιστορικού, πραγματοποιείται κλινική εξέταση, κατά την οποία ο γιατρός μέσω ψηλάφησης μπορεί να διαπιστώσει αν το άτομο πάσχει από επικονδυλίτιδα αγκώνα ή κάποια άλλη πάθηση.

Για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση, γίνονται και απεικονιστικές εξετάσεις όπως είναι η απλή ακτινογραφία, η οποία μπορεί να δείξει ασβεστοποιήσεις επί του οστού (αν υπάρχουν) και η μαγνητική τομογραφία που μπορεί να μας δείξει πρώιμες ρήξεις του τένοντα.

Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί η επικονδυλίτιδα αγκώνα;

Η επικονδυλίτιδα αγκώνα τις περισσότερες φορές μπορεί να αντιμετωπιστεί με συντηρητική θεραπεία. Η  φυσικοθεραπεία μπορεί επίσης να φέρει θετικά αποτελέσματα. Αρχικά, ο γιατρός θα ζητήσει το άτομο να ακινητοποιήσει τον αγκώνα για δύο με τρεις εβδομάδες. Στην περίπτωση που πρόκειται για αθλητή θα ζητήσει να διακοπή η συμμετοχή σε δραστηριότητες για κάποιο διάστημα. Η εφαρμογή πάγου και τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα βοηθούν στη μείωση του πόνου και του οιδήματος.

Οι θεραπείες που συνιστώνται για την επικονδυλίτιδα αγκώνα είναι οι παρακάτω:

  • Η Φυσικοθεραπεία

Στις περισσότερες περιπτώσεις επικονδυλίτιδας αγκώνα, η φυσικοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει σημαντικά. Σε συνδυασμό με την αποχή από αθλητικές δραστηριότητες και την διακοπή κινήσεων που επιβαρύνουν τον αγκώνα, τα αποτελέσματα είναι ακόμα πιο άμεσα και επιτυχή.

Η αποτελεσματικότητα εξαρτάται επίσης και από το χρόνο έναρξης της φυσικοθεραπείας. Τις πρώτες τρεις ημέρες, στόχος είναι η μείωση του πόνου και της φλεγμονής, διότι βρισκόμαστε στο οξύ στάδιο της πάθησης. Οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται είναι οι μαλάξεις του τένοντα, για να διαλυθούν οι κόμποι που έχουν δημιουργηθεί, οι κατάλληλες διατάσεις της περιοχής, η ηλεκτροθεραπεία, το manual therapy και η παγοθεραπεία ή θερμοθεραπεία. Αργότερα, εφαρμόζεται και πρόγραμμα ενδυνάμωσης και αύξησης της ελαστικότητας των μυών του καρπού και των δαχτύλων.

  • Άλλες θεραπείες

Στεροειδή φάρμακα: Σε ορισμένες περιπτώσεις η ενέσιμη κορτιζόνη και κάποια άλλα στεροειδή φάρμακα μπορεί να βοηθήσουν στην ανακούφιση από τα συμπτώματα και στην αντιμετώπιση της πάθησης.

Νάρθηκας-Γύψος: Ο νάρθηκας και ο γύψος ξεκουράζουν τον τένοντα και τους μύες και προσφέρουν ανακούφιση από τα συμπτώματα της επικονδυλίτιδας. Στα αρνητικά αυτής της θεραπείας είναι η μεγάλη χρονική διάρκειά (μερικοί μήνες) της.

Η χειρουργική αντιμετώπιση: Σε ορισμένες περιπτώσεις, που τα συμπτώματα δεν υποχωρούν μετά από διάστημα 6 μηνών, μπορεί να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση. Οι επεμβάσεις για την επικονδυλίτιδα αγκώνα περιλαμβάνουν την αφαίρεση των προσβεβλημένων μυών και τενόντων.

Η πιο κοινή προσέγγιση είναι η ανοικτή χειρουργική επέμβαση, η οποία γίνεται με μία τομή πάνω από τον αγκώνα. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν απαιτείται παραμονή στο νοσοκομείο. Η επικονδυλίτιδα αγκώνα μπορεί να διορθωθεί και αρθροσκοπικά. Η επέμβαση γίνεται μέσω μικρών τομών. Και σε αυτή την περίπτωση δεν απαιτείται διανυκτέρευση στο νοσοκομείο.

Μετά την επέμβαση το χέρι ακινητοποιείται προσωρινά με νάρθηκα. Σε μία εβδομάδα αφαιρούνται τα ράμματα και ο νάρθηκας, οπότε το άτομο μπορεί να ξεκινήσει ασκήσεις για να αποκατασταθεί η ευελιξία του αγκώνα. Οι ασκήσεις αυτές ενισχύονται σταδιακά μέσα σε διάστημα 2 μηνών. Στην περίπτωση αθλητών ο γιατρός θα ενημερώσει τον ασθενή πότε ακριβώς θα μπορέσει να επιστρέψει στις αθλητικές του δραστηριότητες (συνήθως μετά από 3-4 μήνες).